«Εις το χωρίον Αντρώνι της Λαμπείας ο οκταετής παις Παν. Μπαντούνας εφονευσε εξ αμελείας την συνομήλικον κόρη Ασήμω Νικολάου Κοτσάφτη».
Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για το παραπάνω δυσάρεστο περιστατικό. Σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας ο 8χρονος Παναγιώτης Μπαντούνας θα είχε γεννηθεί το 1899 ο οποίος δεν συμπίπτει με τα αρχεία μας. Βρίσκουμε το ίδιο όνομα, Παναγιώτη του Λεωνίδα λίγο πάρα πίσω με χρονολογία γέννησης το 1896.
Τα παλιά χρόνια, που η βιομηχανία υποδημάτων ήταν ανύπαρκτη, οι άνθρωποι είχαν μεγάλη ανάγκη για την ποδεμή (υπόδηση). Η καθημερινή εργασία στην ύπαιθρο, όπου ακόμη και οι δρόμοι ήσαν κακοτράχαλοι και λασπωμένοι, οποιαδήποτε παπούτσια ή σανδάλια κι αν φορούσαν φθείρονταν πολύ γρήγορα και αχρηστεύονταν. Αρκετοί τύλιγαν τα πόδια τους με πανιά και τα έδεναν (φάσκιωναν), αλλά επάνω στα πανιά το καλοκαίρι προσκολλούσαν διάφορα χορτάρια όπως κολιτσίδες, μουχρίτσα αγκάθια κ.ά. Ακόμη ίδρωναν τα πόδια διότι δεν αερίζονταν και μόλις ερχόταν σε επαφή με το νερό, τότε μούσκευαν και χαλούσαν γρήγορα.
Έτσι ο άνθρωπος έβρισκε διαφόρους τρόπους, για να κατασκευάζει παπούτσια, ώστε να προφυλάξει τα πόδια του. Μεταξύ αυτών ήταν και το τσαρούχι με τις θηλιές που προέρχεται από το τουρκικό Garik) που ήταν ένα είδος παπουτσιού των χωρικών και των βοσκών, χαμηλό και ελαφρύ. Έπαιρναν το δέρμα των γουρουνιών (γουρνοτόμαρο) μετά το γδάρσιμο το αλατίζανε και το βάζανε στον ήλιο για να ψηθεί (αποξηρανθεί). Πριν το αποξεράνουν το έκοβαν σε φασκιές (στενές λωρίδες) πλάτους μιας ανοικτής παλάμης. Πιο γερά ήταν αυτά που γίνονταν από επεξεργασμένα χοντρά γουρνοτόμαρα και ειδικά από τα μεσάδια δηλαδή τις ράχες, επειδή οι άκρες δεν βάσταγαν πολύ. Κόβανε και ένα κομμάτι μεγαλύτερο από το πόδι τους και βάζανε τις φασκιές στο νερό, για να φουσκώσουν (μαλακώσουν). Ακόμη κόβανε και λουρίδες σαν ράμματα χοντρά από την μέση και μετά, τα πλάγια της φασκιάς. Μετά ξουράφιζαν τις τρίχες καλά για να πάρουν γυαλιστεράδα. Στην μια άκρη τη φασκιά την δένανε σαν φιόγκο. Της δίνανε το σχήμα του ποδιού. Σε ανάλογη απόσταση και όταν έσφιγγαν και δένανε τα λουροτσάρουχα με τις θηλιές, το τσαρούχι έσφιγγε και γινότανε σούρα και έπαιρνε το σχήμα του ποδιού. Αυτή την πλεξίδα με τα λουριά την λέγανε «σούρτα». Τα τσαρούχια τα φορήγανε οι τσοπάνηδες, οι κυνηγοί, οι οδοιπόροι και οι αγρότες γιατί ήσαντε ανάλαφρα στα πόδια τους για να μην κολλάνε απάνω οι λάσπες, τα νερά και το χιόνι. Αντί για κάλτσες έβαζαν πλεχτά τσουράπια.
Η λέξη ξέλαση ή εξ - έλαση σημαίνει εξόρμηση και προέρχεται από το ρήμα εξ-ελαύνω που σημαίνει προχωρώ, εξορμώ, κινούμαι προς βοήθεια. Είναι η αλληλεγγύη η αμοιβαία στήριξη (ηθική και υλική) ανάμεσα στα μέλη μιας ομάδας ή κοινότητας που κατά κάποιο τρόπο δοκιμάζονται. Η προσφορά ήταν ανιδιοτελής και στα πλαίσια της τοπικής κοινωνίας όποιος πρόσφερε τη βοήθειά του δεν περίμενε καμιά ανταπόδοση.
Στα ορεινά χωριά μας η ξέλαση, δεν ήταν απλά ένα έθιμο αλλά σχέση ζωής. Μαζεύονταν και πήγαιναν να βοηθήσουν κάποιον ανήμπορο συγχωριανό τους, ειδικά όταν κάποιος πάθαινε κάποια αβαρία και δεν ήταν σε θέση να εργαστεί είτε από γεράματα, αρρώστια, απώλεια συζύγου κλπ. Η ξέλαση και για κοινές δουλειές γειτονιάς, όπου όλοι οι γείτονες ή φίλοι, λειτουργούσαν με γνώμονα την αλληλεγγύη που κατέληγε στην ψυχαγωγία της παρέας ή της γειτονιάς όπου εκεί κυριαρχούσαν τα γέλια και καλαμπούρια, τα αριστοφανικά αστεία, το κουτσομπολιό και όλα αυτά τα απρόβλεπτα για να τριφτεί το αραποσίτι, να ετοιμαστούν τα προικιά, να λαναριστούν τα μαλλιά και να απλωθεί το στημόνι γιά να τυλιχτεί στο αντί κ.α.
Γνωρίζω τον κ. Νίκο Μπαντούνα εδώ και πολλά χρόνια. Φανατικός αναγνώστης της εφημερίδας μας, συχνά-πυκνά φωτογραφίες του από διάφορες εκδηλώσεις και με υψηλά πολιτικά ιστάμενα πρόσωπα, γίνονται πρωτοσέλιδα.
Η γενναιοδωρία του επίσης είναι ευρύτατα γνωστή μέσα κι έξω από τον παροικιακό χώρο. Χρόνια τώρα βοηθά οικονομικά ευαγή ιδρύματα της Πολιτείας της Βικτώριας, εθνικοτοπικούς Οργανισμούς, νοσοκομεία, παροικιακά σχολεία, αθλητικά σωματεία, έτσι για ν’ αναφέρουμε μερικά.
Στη συνάντησή μας, προσπαθώ να βάλω σε τάξη τον φάκελο που έχω μπροστά μου με τις αμέτρητες επιστολές που πιστοποιούν την ενεργό του δράση. Χάνομαι. Το παρατηρεί και με καθησυχάζει λέγοντας ότι δεν χρειάζεται. Χαρτιά είναι. Τότε;